
Μέρος Α’ – Εισηγητική τοποθέτηση
Είναι μεγάλη μου χαρά και τιμή να βρίσκομαι στην Επιτροπή σήμερα για τον πρώτο οικονομικό διάλογο ως πρόεδρος του Eurogroup. Ανυπομονώ για την ανταλλαγή απόψεών στις πολλές προκλήσεις που έχουν να αντιμετωπίσουν οι οικονομίες μας και είναι πραγματικά ένα σημείο καμπής αυτό που ζούμε από γεωπολιτική, περιβαλλοντική και τεχνολογική σκοπιά. Οι αλλαγές μεταβάλλουν τον κόσμο που ζούμε. Υπάρχει κατακερματισμός στην παγκόσμια οικονομία και κινούμαστε σε μια νέα τάξη πραγμάτων παγκοσμίως.
Ο κόσμος αλλάζει λοιπόν και μεταβάλλεται γοργά. Το ίδιο και η Ευρώπη. Σε αυτό το περιβάλλον η Ευρώπη δεν μπορεί να παραμένει μια γεωγραφική ζώνη που απλώς αντιδρά. Πρέπει να γίνουμε μια δύναμη. Μια δύναμη που επιλέγει, διαμορφώνει και αποφασίζει για το μέλλον της. Η οικονομία της Ευρωζώνης έδειξε μεγάλη ανθεκτικότητα μετά τους εξωγενείς κλυδωνισμούς και τις επιθέσεις που δέχτηκε στην πανδημία, τον αδικαιολόγητο πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, την ελληνική κρίση και τους εμπορικούς τριγμούς. Τώρα έχουμε μια ενεργειακή κρίση στην Ευρώπη και το ερώτημα είναι αν μπορούμε να έχουμε αυτή την ενεργειακή κρίση να επηρεάζει πάλι τις οικονομίες μας και να δείχνει ότι έχουμε στρατηγικές εξαρτήσεις. Γι’ αυτό η ενέργεια είναι συνώνυμο της κυριαρχίας, της ασφάλειας και της προστασίας των πολιτών. Είναι δύσκολο να προβλέψουμε πόσο σοβαρές θα είναι οι προεκτάσεις της ενεργειακής κρίσης.
Βρισκόμαστε λοιπόν σε ένα οικονομικό σταυροδρόμι. Η ΕΚΤ και το ΔΝΤ έχουν δημοσιεύσει τις προβλέψεις τους για τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη με διαφορετικές υποθέσεις εργασίας ο καθένας και κοιτάζουν τις διάφορες υποθέσεις ανάλογα με την προβλεπόμενη ένταση και διάρκεια. Υπάρχουν διαφορετικά σενάρια που μας δίνουν διαφορετικές πληροφορίες, όμως η κατάσταση είναι ιδιαίτερα μεταβαλλόμενη και η αβεβαιότητα είναι σε ψηλά επίπεδα.
Η αβεβαιότητα τείνει να γίνει το νέο περιβάλλον στο οποίο λειτουργούμε. Οι εξελίξεις δεν είναι πια γραμμικές και ενδέχεται να καταλήξουμε σε ένα εντελώς διαφορετικό σενάριο.
Το Eurogroup παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, αξιοποιώντας αναλύσεις της Επιτροπής, της ΕΚΤ, του ΔΝΤ και του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας. Επιτρέψτε μου να εστιάσω στην νομισματική πολιτική. Λάβαμε υπόψη όσα ανέφερε το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ την περασμένη εβδομάδα. Η ΕΚΤ θα πράξει ό,τι χρειαστεί. Η νομισματική πολιτική είναι σε καλή κατάσταση και προσηλωμένη στην επαναφορά του πληθωρισμού στον στόχο του 2%. Η σταθερότητα των τιμών αποτελεί τη βάση της εμπιστοσύνης των πολιτών, όμως και η δημοσιονομική πολιτική έχει καθοριστικό ρόλο σε αυτό.
Πολλές κυβερνήσεις λαμβάνουν μέτρα για να μετριάσουν το βάρος των υψηλών τιμών ενέργειας για επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Η προστασία των ευάλωτων ομάδων είναι απαραίτητη για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης και οικονομικής σταθερότητας. Καμία ευρωπαϊκή στρατηγική δεν μπορεί να πετύχει αν δεν είναι κοινωνικά δίκαιη.
Είμαστε ωστόσο απολύτως συνειδητοποιημένοι ότι, για τον περιορισμό του πληθωρισμού, είναι σημαντικό τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης να είναι προσωρινά και στοχευμένα, ώστε οι τιμές να συνεχίσουν να λειτουργούν ως κίνητρο περιορισμού της κατανάλωσης.
Παράλληλα, τα μέτρα δεν πρέπει να θέτουν σε κίνδυνο τη δημοσιονομική σταθερότητα. Δεν μπορούμε να απαντάμε σε κάθε κρίση με μηχανισμούς που θα δημιουργήσουν μια νέα κρίση, εάν δεν είναι σωστά σχεδιασμένοι και στοχευμένοι. Ο δημοσιονομικός χώρος είναι περιορισμένος μετά τα προηγούμενα «σοκ», σε μια περίοδο που καλούμαστε να ανταποκριθούμε σε μεγάλες επενδυτικές και αμυντικές ανάγκες. Η δημοσιονομική πολιτική πρέπει, προφανώς, να λειτουργεί εντός του πλαισίου των κοινά συμφωνημένων κανόνων, οι οποίοι ήδη παρέχουν έναν βαθμό ευελιξίας που μπορεί να αξιοποιηθεί κατάλληλα υπό τις παρούσες συνθήκες.
Εάν οι συνθήκες επιδεινωθούν, θα επανεξετάσουμε και θα προσαρμόσουμε τις επιλογές μας.
Επιτρέψτε μου να προσθέσω ότι στο χθεσινό Eurogroup είχαμε μια πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση από το ΔΝΤ. Δύο σημεία ξεχωρίζουν: πρώτον, τα μη στοχευμένα μέτρα καταλήγουν κυρίως να ωφελούν τους πιο εύπορους αντί για τους πιο αδύναμους, με αναλογία 3 προς 1 τόσο στα καύσιμα όσο και στην ηλεκτρική ενέργεια. Γι’ αυτό και η Επιτροπή προωθεί μέτρα στοχευμένα, προσωρινά και προσαρμοσμένα ως τα καταλληλότερα σε αυτό το οικονομικό περιβάλλον.
Δεύτερον, το ΔΝΤ έδειξε ότι ο αντίκτυπος της κρίσης είναι κατά 12% μικρότερος χάρη στη διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών από το 2022. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι τα μέτρα πρέπει αφενός να είναι προσωρινά, στοχευμένα και προσαρμοσμένα, αφετέρου να ευθυγραμμίζονται με τις μακροπρόθεσμες στρατηγικές προτεραιότητες της ΕΕ – επενδύσεις σε δίκτυα, αποθήκευση και ενεργειακή κυριαρχία.
Το Eurogroup θα συνεχίσει να παρακολουθεί και να συντονίζει τις εθνικές δημοσιονομικές πολιτικές και θα προβούμε στην αποτίμηση της δημοσιονομικής κατεύθυνσης τον Ιούλιο.
Είμαι αισιόδοξος ότι η οικονομία της ευρωζώνης μπορεί να αντέξει αυτό το νέο σοκ. Ωστόσο, όπως έχω επισημάνει, η ανθεκτικότητα δεν αποτελεί στρατηγική ανάπτυξης αλλά άμυνα. Η Ευρώπη πρέπει πλέον να περάσει στην επίθεση.
Αν περιοριστούμε στην διαφύλαξη της ανθεκτικότητας, κινδυνεύουμε να διαχειριζόμαστε τη σταθερότητα αντί να χτίζουμε ανάπτυξη. Πολλά διαρθρωτικά προβλήματα επιβαρύνουν τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές της οικονομίας και την ευημερία. Με τα σημερινά επίπεδα ανάπτυξης δεν θα καταφέρουμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά τις προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας, δημογραφικές πιέσεις, υστέρηση παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας, ζητήματα οικονομικής ασφάλειας και νομισματικής κυριαρχίας.
Η αντιμετώπιση αυτών απαιτεί μια ευρεία ατζέντα μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων που θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα και την κυριαρχία μας. Και η κυριαρχία δεν σημαίνει απομόνωση, σημαίνει να έχουμε επιλογές όταν άλλοι προσπαθούν να μας τις στερήσουν. Το Eurogroup δεσμεύεται πλήρως να συμβάλει στη δημιουργία των κατάλληλων προϋποθέσεων.
Ξεκινώντας από την ενέργεια: η απάντησή μας πρέπει να είναι σαφής και δομημένη. Ενέργεια, επενδύσεις, χρηματοπιστωτική και ψηφιακή ισχύς. Σεβόμαστε πλήρως τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου Ενέργειας, όμως οι υπουργοί Οικονομικών διατηρούν ενεργό ρόλο, καθώς η ενέργεια είναι κεντρική για την ανταγωνιστικότητα και την οικονομική ασφάλεια.
Υπάρχει ευρεία συναίνεση ότι, ενώ ο ιδιωτικός τομέας θα διαδραματίσει βασικό ρόλο στη μετάβαση σε ένα εγχώριο ενεργειακό σύστημα, απαλλαγμένο από την εξάρτηση στα ορυκτά, και ο δημόσιος τομέας πρέπει να συμβάλει σε αυτό. Αναγνωρίζεται επίσης ότι η ενέργεια αποτελεί κοινό δημόσιο αγαθό με σαφή ευρωπαϊκή διάσταση. Οι αποτελεσματικές αγορές ενέργειας και οι διασυνδεδεμένες υποδομές είναι απολύτως κρίσιμες, θα έλεγα υπαρξιακές.
Ένας ακόμη τομέας όπου απαιτείται επείγουσα πρόοδος είναι η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. Η Ευρώπη δεν έχει έλλειψη αποταμιεύσεων, αλλά μεγάλο μέρος επενδύεται εκτός Ευρώπης. Η Ευρώπη δεν είναι αδύναμη, απλώς δεν επενδύει αρκετά στον εαυτό της, και αυτό πρέπει να αλλάξει. Απαιτούνται βαθιές, ολοκληρωμένες κεφαλαιαγορές με επαρκή ρευστότητα, ώστε οι ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις να κατευθύνονται σε παραγωγικές επενδύσεις εντός της Ευρώπης. Παράλληλα, ένας ανταγωνιστικός και ενοποιημένος τραπεζικός τομέας είναι εξίσου κρίσιμος.
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι η ασφάλεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος απέναντι σε κυβερνοαπειλές. Αυτό μας φέρνει στη ψηφιακή χρηματοδότηση. Η ανάγκη για ψηφιακό ευρώ είναι πλέον ξεκάθαρη: αν δεν αναπτύξουμε ευρωπαϊκές λύσεις, θα εισάγουμε λύσεις μαζί με τις εξαρτήσεις τους. Ένα ψηφιακό ευρώ θα ενισχύσει τη νομισματική κυριαρχία, την ανθεκτικότητα των πληρωμών και θα προσφέρει μια πλατφόρμα για καινοτομία.
Υπάρχει ήδη πρόοδος σε επίπεδο Συμβουλίου και Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και ελπίζω ότι οι διαπραγματεύσεις θα ολοκληρωθούν εντός του έτους. Δεν είναι πλέον κρίσιμης σημασίας τα χρόνια, αλλά οι μήνες. Πρέπει, επομένως, να κινηθούμε γρήγορα.
Η ψηφιοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα, τόσο μέσω του ψηφιακού ευρώ όσο και μέσω ιδιωτικής καινοτομίας (π.χ. κανονισμός MiCA), είναι καθοριστική για την ενίσχυση του διεθνούς ρόλου του ευρώ.
Κλείνοντας, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι πρόσφατα καλωσορίσαμε τη Βουλγαρία ως 21ο μέλος της ευρωζώνης, κάτι που αποδεικνύει τη διαρκή ελκυστικότητα του ευρώ. Η Ευρώπη διαθέτει ταλέντο, πόρους και δυνατότητες. Τώρα πρέπει να αποδείξουμε ότι διαθέτουμε και την αποφασιστικότητα».
Μέρος Β’ – Απαντήσεις σε ερωτήσεις ευρωβουλευτών
Για τα τρία πιο σημαντικά πράγματα που πρέπει να υλοποιηθούν στους επόμενους 12 μήνες:
«Η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων η οποία περιλαμβάνει πολλά διαφορετικά στοιχεία ταυτόχρονα και αφορά, μεταξύ άλλων, το πώς περνάμε από τις startups στις scale-ups. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη τραπεζική ενοποίηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αν έπρεπε να κωδικοποιήσω ορισμένες άμεσες προτεραιότητες, θα ανέφερα:
Πρώτον, το ψηφιακό ευρώ. Πρέπει να τηρήσουμε το χρονοδιάγραμμα και εμείς, ως υπουργοί Οικονομικών στο Eurogroup, πρέπει να συμβάλουμε σε αυτό. Βεβαίως, πλέον το θέμα βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό και στα χέρια σας, ως Ευρωπαίων νομοθετών.
Δεύτερον, στο πλαίσιο της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, πρέπει να επανενεργοποιήσουμε τα στοιχεία της Τραπεζικής Ένωσης. Χρειαζόμαστε ισχυρότερες και μεγαλύτερες τράπεζες. Η συζήτηση που έχει αναπτυχθεί τις τελευταίες εβδομάδες-για παράδειγμα γύρω από τεχνολογικά μοντέλα όπως το “Μythos”- αναδεικνύει και τη διάσταση της ασφάλειας. Αν όμως εξετάσει κανείς τις επενδύσεις των ευρωπαϊκών τραπεζών και τις συγκρίνει με εκείνες αμερικανικών και κινεζικών τραπεζών στον τομέα της τεχνολογίας, θα δει ότι υστερούμε σε μέγεθος. Χρειαζόμαστε μεγαλύτερα σχήματα που να μπορούν να επενδύουν περισσότερο στην τεχνολογία – και πρέπει να λειτουργήσουμε ως καταλύτες προς αυτή την κατεύθυνση.
Και τρίτον, θα έλεγα ότι χρειαζόμαστε μια κοινή κατανόηση σε ό,τι αφορά τα τεχνολογικά ζητήματα στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών χρηματοοικονομικών λύσεων. Η τεχνολογία αλληλεπιδρά πλέον άμεσα με τις οικονομικές αποφάσεις.
Για να έχουμε ισχυρή παρουσία – είτε σε εθνικό επίπεδο είτε σε διεθνές, πολυμερές ή διατλαντικό επίπεδο – δεν πρέπει να είμαστε, αν μου επιτρέπετε τον όρο, «ασύμμετρα εξαρτημένοι». Πρέπει να ενισχύσουμε τις δικές μας ευρωπαϊκές δυνατότητες και να αναπτύξουμε τους δικούς μας τεχνολογικούς πρωταθλητές.
Αυτό θα μας επιτρέψει να συμμετέχουμε ουσιαστικά στις κρίσιμες εφοδιαστικές και παραγωγικές αλυσίδες και να έχουμε ισχυρότερη φωνή στο τραπέζι των αποφάσεων. Και πρέπει να κινηθούμε γρήγορα. Το πρόβλημα είναι ότι συχνά οι πολιτικές αντιδράσεις είναι πιο αργές από τις ίδιες τις εξελίξεις.
Δεν έχουμε πλέον αυτό το περιθώριο, ειδικά στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης. Πρόκειται ταυτόχρονα για μια «κούρσα προς το φεγγάρι» και μια «κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών». Επηρεάζει την παραγωγικότητα, την αγορά εργασίας και συνολικά την οικονομία. Θα αλλάξει τον ρόλο κάθε υπουργείου, Παιδείας, Εργασίας, Υγείας».
Για το ψηφιακό ευρώ:
«Να ξεκινήσω βλέποντας το ψηφιακό ευρώ από μια συνολική ευρύτερη οπτική: τι συμβαίνει σήμερα παγκοσμίως; Βλέπουμε μια ευρεία ψηφιοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Τι κάνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες; Δεν προχωρούν σε ψηφιακό δολάριο. Αντίθετα, αξιοποιούν τα stablecoins. Δημιούργησαν ένα θεσμικό πλαίσιο που επιτρέπει την ιδιωτική καινοτομία στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Γιατί δεν επέλεξαν ψηφιακό δολάριο; Για διάφορους λόγους – κάποιοι είναι και πολιτισμικοί: έμφαση στην ιδιωτικότητα και άλλοι παράγοντες.
Η Κίνα ακολουθεί την ακριβώς αντίθετη προσέγγιση: προχωρά αποκλειστικά σε ψηφιακή μορφή του νομίσματός της, χωρίς να επιτρέπει την ανάπτυξη stablecoins όπως στις ΗΠΑ.
Και η Ευρώπη; Η βασική στρατηγική πρέπει να είναι η δημόσια υποδομή. Δηλαδή, το ψηφιακό ευρώ. Πιστεύω ότι αυτό μπορεί να μας δώσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, εφόσον θέλουμε να ενισχύσουμε τον διεθνή ρόλο της Ευρώπης, επιτρέποντας παράλληλα την ανάπτυξη ιδιωτικής καινοτομίας γύρω από αυτό.
Ο κανονισμός MiCA το επιτρέπει αυτό; Ναι. Ωστόσο, αν δούμε την παγκόσμια εικόνα των stablecoins, περίπου το 95% είναι συνδεδεμένα με το δολάριο και λιγότερο από 1% με το ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι το ψηφιακό ευρώ πρέπει να αποτελέσει τον πυρήνα της στρατηγικής μας.
Πρόσφατα ήμουν στην Ουάσινγκτον και σε συζητήσεις με ειδικούς της αγοράς άκουσα το εξής: «Θα έχετε πλεονέκτημα αν προχωρήσετε με το ψηφιακό ευρώ – κάντε το όσο το δυνατόν γρηγορότερα». Και αυτό προερχόταν από ανθρώπους της αγοράς.
Το χρονοδιάγραμμα ανήκει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι το κόστος ευκαιρίας είναι απολύτως πραγματικό, απλώς συχνά είναι λιγότερο ορατό. Στην προκειμένη περίπτωση όμως είναι πολύ συγκεκριμένο: αν δεν προχωρήσουμε γρήγορα, θα χάσουμε μια σημαντική ευκαιρία να ενισχύσουμε τον διεθνή ρόλο της Ευρώπης. Το πιστεύω βαθιά, όχι μόνο ως Πρόεδρος του Eurogroup ή ως Υπουργός Οικονομικών της Ελλάδας, αλλά και ως Ευρωπαίος πολίτης».
Για την τεχνητή νοημοσύνη:
«Σε ό,τι αφορά την τεχνητή νοημοσύνη: το βασικό πρόβλημα είναι ότι συχνά υπερδραματοποιούμε το παρόν και υποτιμούμε το μέλλον. Σήμερα η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το “Mythos”. Σε λίγους μήνες, μπορεί να υπάρχουν πολλαπλά εξίσου ισχυρά μοντέλα LLMs.
Το ζητούμενο είναι πώς θα ενισχύσουμε συνολικά την τεχνολογική μας κυριαρχία, γι’ αυτό προσπαθώ να δω τη συζήτηση πιο συνολικά.
Η βασική πρόκληση είναι ότι απαιτείται παγκόσμιος συντονισμός για τη διακυβέρνηση αυτής της τεχνολογίας, σε μια περίοδο που ο συντονισμός δοκιμάζεται. Υπάρχει εύκολη λύση; Όχι. Όμως το διακύβευμα είναι τόσο μεγάλο που αργά ή γρήγορα θα επιβάλουν έναν βαθμό συντονισμού.
Ελπίζω αυτό να μην συμβεί μετά από κάποιο αρνητικό γεγονός. Πρέπει να κινηθούμε έγκαιρα, και όσο το δυνατόν πιο γρήγορα».
Για την ελληνική εμπειρία στην κρίση χρέους και τις συμβουλές προς άλλα κράτη:
«Προσπαθώ συχνά να τους θυμίζω ότι η λέξη «ύβρις» είναι ελληνική. Δεν επιδιώκουμε να κουνήσουμε το δάχτυλο σε καμία χώρα που αντιμετωπίζει δημοσιονομικές δυσκολίες ή δυσκολίες χρέους. Αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι η Ελλάδα υπέστη ένα εξαιρετικά μεγάλο κόστος. Κατά τη διάρκεια της κρίσης χάσαμε περίπου 25 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Αυτό από μόνο του δείχνει το εύρος και την ένταση των επιπτώσεων που βίωσαν τα ελληνικά νοικοκυριά και οι πολίτες.
Η ανεργία εκτοξεύθηκε. Υλοποιήθηκαν τρία προγράμματα διάσωσης. Ωστόσο, αν υπάρχει ένα βασικό μάθημα από αυτή την εμπειρία, ένα μάθημα που μάθαμε με τον πιο δύσκολο τρόπο, είναι το εξής:
Απαιτείται δημοσιονομική σταθερότητα.
Και πριν από αυτήν, απαιτείται πολιτική σταθερότητα.
Πάνω στην πολιτική σταθερότητα οικοδομείται η δημοσιονομική σταθερότητα.
Σήμερα βρισκόμαστε σε ένα εντελώς διαφορετικό σημείο: καταγράφουμε πρωτογενή πλεονάσματα, και έχουμε ένα από τα ταχύτερα αποκλιμακούμενα δημόσια χρέη διεθνώς».
Για το μέρισμα ανάπτυξης για κάθε κράτος μέλος:
«Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να έχεις μπροστά σου το «μέρισμα του προφανούς». Αν η Ευρώπη υλοποιήσει την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, το ψηφιακό ευρώ και όλες εκείνες τις αυτονόητες μεταρρυθμίσεις, όπως η άρση των εμποδίων που εξακολουθούν να υφίστανται μεταξύ των κρατών-μελών, τότε δημιουργείται ουσιαστικά ένα μέρισμα ανάπτυξης για κάθε κράτος-μέλος.
Αυτό ισχύει και σε εθνικό επίπεδο. Κάθε χώρα έχει συγκεκριμένες, προφανείς παρεμβάσεις που, αν υλοποιηθούν, αποδίδουν άμεσα αναπτυξιακό όφελος. Είναι σημαντικό να το αναδεικνύουμε και να το κωδικοποιούμε, γιατί ως υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής λειτουργούμε σε μια διαρκή δυαδικότητα:
Από τη μία, πρέπει να επιλύουμε τις εκκρεμότητες του παρελθόντος, μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, στο εκπαιδευτικό σύστημα – και από την άλλη, να ανταποκρινόμαστε σε νέες προκλήσεις που αναδύονται και συχνά δεν μπορούμε να προβλέψουμε.
Μέσα σε αυτή τη διττή πραγματικότητα, αν υπάρχουν παρεμβάσεις προφανείς που αποφέρουν αναπτυξιακό μέρισμα, τότε, απλώς προχωρήστε και υλοποιήστε τες.
Σε ό,τι αφορά τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, δεν θα ήθελα να σχολιάσω, καθώς πρόκειται για αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι τη στηρίζουμε πλήρως και σεβόμαστε απολύτως την ανεξαρτησία της».
Για το κατά πόσο η Ευρώπη είναι διατεθειμένη να χαλαρώσει το ρυθμιστικό πλαίσιο για να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη
«Πιστεύω ότι υπάρχουν πολλές παράμετροι που πρέπει να εξεταστούν σε μια πιθανή απάντηση, γιατί κανένα χαρτοφυλάκιο δεν λειτουργεί απολύτως αυτόνομα. Και αν με ρωτάτε ποιο είναι το βασικό πρόβλημα ως προς το πόσο γρήγορα μπορούμε να προχωρήσουμε σε ορισμένα ζητήματα, θα σας απαντούσα ευθέως: οι ιδέες υπάρχουν. Οι πολιτικές, σε μεγάλο βαθμό, υπάρχουν.
Το πρόβλημα είναι ότι όλοι συμφωνούμε στη θεωρία, αλλά πρέπει να συμφωνήσουμε και στην πράξη. Το είπα και το πρωί στο ECOFIN: λέμε ότι συμφωνούμε, το ζήτημα είναι αν το κάνουμε πράξη. Και αυτό εξαρτάται από τα κράτη-μέλη.
Γιατί λέμε ότι συμφωνούμε με την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, αλλά μετά ακολουθεί ένα «ναι, αλλά…» και προτάσσουμε τις εθνικές μας επιφυλάξεις. Και το λέω αυτό χωρίς μομφή, γιατί εκπροσωπώ κι εγώ ένα κυρίαρχο κράτος-μέλος, με τις δικές του εθνικές παραμέτρους.
Αυτό που θέλω να πω είναι ότι, αν δεν αντιληφθούμε πως το κόστος ευκαιρίας της μη υλοποίησης ορισμένων πραγμάτων είναι μεγαλύτερο από τη διατήρηση του status quo, τότε χάνουμε την ευκαιρία. Χάνουμε την ευκαιρία να κάνουμε την Ευρώπη, σε πρώτο επίπεδο, μια πραγματικά ενιαία αγορά.
Στην πραγματικότητα, όμως, πρέπει να αποφασίσουμε: θέλουμε να είμαστε απλώς μια ενιαία αγορά ή μια παγκόσμια δύναμη; Γιατί μπορούμε να είμαστε παγκόσμια δύναμη. Το πρώτο ερώτημα είναι αν θα κάνουμε τα αυτονόητα, αν θα άρουμε όλα αυτά τα εμπόδια.
Άρα, για να απαντήσω στο ερώτημά σας: ναι, οι συζητήσεις είναι ιδιαίτερα τεχνικές. Πρέπει να βρούμε σημεία σύγκλισης μεταξύ των κρατών-μελών. Αυτό προσπαθούμε να κάνουμε σήμερα.
Για παράδειγμα, χρειαζόμαστε κεντρική εποπτεία στις κεφαλαιαγορές μας. Γιατί; Επειδή είναι, νομίζω, προφανές ότι δεν μπορείς να κάνεις το ίδιο πράγμα 27 φορές. Και αν κάνεις το ίδιο πράγμα 27 φορές, τότε στην πράξη δεν έχεις μια ολοκληρωμένη κεφαλαιαγορά.
Επιπλέον, το να ζητάμε να αναβαθμιστούν τεχνολογικά οι εποπτικές αρχές των κεφαλαιαγορών, ώστε να μπορούν να ρυθμίζουν μια αγορά που αλλάζει κάθε μήνα, και αυτό επί 27, είναι ένα από τα δυσκολότερα εγχειρήματα που μπορώ να φανταστώ.
Άρα εξαρτάται από εμάς. Το εννοούμε πραγματικά; Πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε η γενιά των υπεύθυνων χάραξης πολιτικής που το εννοεί.
Και ιστορικά θα έχει πολύ μεγαλύτερο νόημα να εκχωρήσουμε ένα μέρος αυτής της αρμοδιότητας. Γι’ αυτό λέω ότι η κυριαρχία δεν είναι συνώνυμη της αυτονομίας. Η κυριαρχία έχει πολλές διαστάσεις, η αυτονομία είναι μία από αυτές. Υπάρχει όμως και ο έλεγχος. Υπάρχει και η νομιμοποίηση.
Και μερικές φορές καταλήγεις να είσαι περισσότερο κυρίαρχος, περισσότερο ικανός, όταν αποφασίζεις να δράσεις συνεργατικά μέσα σε ένα ευρύτερο ενωσιακό πλαίσιο, όπως έχουμε κάνει ήδη σε πολλούς τομείς και σε πολλές πολιτικές ατζέντες, όπως αυτή που περιγράψατε.
Στον τραπεζικό τομέα χρειαζόμαστε Ευρωπαίους πρωταθλητές. Δεν χρειαζόμαστε εθνικούς πρωταθλητές. Όλοι έχουμε την τάση να προστατεύουμε περισσότερο τις εθνικές μας αγορές, φυσικά. Όμως, αν δεν αντιληφθούμε ότι πρέπει να ενισχύσουμε τις ευρωπαϊκές τράπεζες σε κοινό ευρωπαϊκό επίπεδο, δεν θα μπορέσουν να ανταγωνιστούν τις αμερικανικές και κινεζικές.
Ας προσπαθήσουμε να σκεφτούμε πέντε ή δέκα χρόνια μπροστά, όχι γραμμικά, αλλά εκθετικά. Αν οι τράπεζες χάσουν το τρένο των τεχνολογικών επενδύσεων που ανέφερα, τότε πολύ απλά δεν θα αποτελούν μέρος της εξίσωσης.
Για το πώς θα διασφαλισθεί η δημοσιονομική πειθαρχία σε περιόδους κρίσης:
«Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει καμία απόκλιση από το δημοσιονομικό πλαίσιο που έχουμε προχωρήσει. Το ίδιο το δημοσιονομικό πλαίσιο επιτρέπει τις ευελιξίες, οι οποίες ορίζουν πότε και πού μπορείς να αποκλίνεις. Για παράδειγμα, σε ένα σοβαρό περιστατικό, έχουν μέσα τους ενσωματωμένες τις παραμέτρους υπό τις οποίες μπορείς να δεις αυτές τις αποκλίσεις.
Αποφασίσαμε να έχουμε ρήτρα διαφυγής για την άμυνα, γιατί καταλάβαμε ότι η άμυνα είναι ένα συλλογικό δημόσιο αγαθό, ειδικά μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Αυτό που μπορώ να σας πω είναι ότι σε αυτό το σημείο δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία. Αυτή τη στιγμή συζητάμε τα ίδια τα μέτρα. Η Επιτροπή προωθεί μια σειρά από άλλες προτάσεις σε σχέση με την πολιτική ανταγωνισμού ή την επιτροπή εθνικής φορολόγησης υπερκερδών στα κράτη-μέλη κ.λπ.
Παρακολουθούμε την κατάσταση. Συντονιζόμαστε μεταξύ μας. Αλλά επιτρέψτε μου επίσης να προσθέσω αυτό που είπα στην αρχή: αυτό που κάνεις είναι συνάρτηση του πού βρίσκεσαι.
Και αυτή τη στιγμή, ας το παραδεχτούμε, δεν βρισκόμαστε στο καλύτερο σενάριο όσον αφορά την κρίση στη Μέση Ανατολή.
Αν δούμε τις προσδοκίες μας, το σημείο εκκίνησης δεν είναι αυτό που θα είχαμε θεωρήσει ως το καλύτερο δυνατό σενάριο.
Υπάρχουν προβληματικά σενάρια μπροστά μας; Ίσως ναι, ίσως όχι. Η αβεβαιότητα είναι ο νέος κανόνας.
Πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι. Τόσο ως προς τις πολιτικές που θα προωθήσουμε για να στηρίξουμε συνολικά τα πιο ευάλωτα κράτη-μέλη, όσο και σε σχέση με τη δημοσιονομική μας στάση και τη δημοσιονομική μας υγεία.
Η ενεργειακή κρίση δεν πρέπει να τροφοδοτήσει μια δημοσιονομική κρίση. Αλλά από την άλλη πλευρά, πρέπει επίσης να στηρίξουμε ιδιαίτερα τους πιο ευάλωτους. Αυτό είναι το μήνυμα που, υποθέτω, λαμβάνουμε όλοι από τους πολίτες σε κάθε χώρα.
Άρα, πρέπει να είμαστε «χειρουργικοί». Θα έλεγα ότι πρέπει να ισορροπήσουμε και τα δύο.
Η ισορροπία αυτή είναι συνάρτηση τόσο του περιεχομένου των πολιτικών όσο και του πλαισίου της κατάστασης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Επιτροπή, και συμφωνούμε με αυτό, δεν προωθεί καμία απόκλιση από τους δημοσιονομικούς κανόνες.
Αν αλλάξει το πλαίσιο, θα έλεγα ότι τότε ο τίτλος δεν θα είναι η απόκλιση. Ο τίτλος θα είναι το ίδιο το προβληματικό πλαίσιο.
Γιατί αυτό θα σημαίνει ότι δεν θα βρισκόμαστε μόνο σε μια τάση στασιμοπληθωρισμού, αλλά σε μια πολύ χειρότερη κατάσταση.
Ας ελπίσουμε ότι αυτό θα αποφευχθεί».
Για την αποδέσμευση από τη ρωσική ενέργεια:
«Πιστεύω ότι το γεγονός ότι η Ευρώπη είναι πλέον πιο κυρίαρχη και πιο διαφοροποιημένη σε αυτό το πεδίο είναι απολύτως καθοριστικό για τα συμφέροντά της. Και αν αυτό απαιτεί να ενισχύσουμε τις δικές μας δυνατότητες στον τομέα της ενέργειας, τότε αυτό είναι μια θετική εξέλιξη.
Άλλωστε, αυτό ακριβώς δείχνουν και τα στοιχεία που είδαμε χθες στο Eurogroup: το γεγονός ότι κάναμε αυτές τις επενδύσεις μετά το 2022 μάς επέτρεψε να έχουμε σήμερα κατά 12% μικρότερο αντίκτυπο από την κρίση.
Έχουμε κάνει όλα όσα πρέπει στην ενέργεια; Όχι ακόμη. Πρέπει να διαφοροποιηθούμε περαιτέρω. Πρέπει να επενδύσουμε περαιτέρω στα δίκτυα.
Χρειαζόμαστε επενδύσεις περίπου 580 δισ. ευρώ στα δίκτυα. Χρειαζόμαστε επενδύσεις στην αποθήκευση. Πρέπει να παρακολουθούμε όλες τις τεχνολογικές εξελίξεις στον ενεργειακό τομέα, γιατί θα είναι πολλές. Και πρέπει να είμαστε παρόντες.
Πιστεύω ότι αυτό θα βοηθήσει σημαντικά την Ευρώπη. Επιπλέον, η ανάπτυξη της ενεργειακής ένωσης συνολικά θα είναι καθοριστικής σημασίας για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων σε κάθε χώρα και για τη βιωσιμότητα των νοικοκυριών».
Για την ενεργειακή ένωση:
«Όσον αφορά στην Ενεργειακή Ένωση, υπάρχουν όντως εκκρεμότητες, που περιλαμβάνεται ως κεντρικό σημείο. Υπάρχουν πράγματα που έχουμε κάνει, έχουμε αυξήσει τις επενδύσεις στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων παίζει τεράστιο ρόλο σε αυτό. Χρειαζόμαστε πολλές περισσότερες διασυνδέσεις, αυτό είναι το πρώτο, χρειαζόμαστε επενδύσεις στην αποθήκευση και χρειαζόμαστε επενδύσεις συνολικά στα δίκτυα ηλεκτρισμού σε κάθε χώρα. Γιατί είναι παλαιωμένα, άρα χρειάζεται να γίνουν πάρα πολλά. Και βέβαια οι κανόνες πρέπει να αντανακλούν πραγματικά ότι δεν έχουμε 27 ενεργειακές αγορές, αλλά μία ενεργειακή αγορά.
Συνεπώς, αυτά είναι πράγματα που έχουν ξεκινήσει να γίνονται και πρέπει σίγουρα να επιταχυνθούν. Από τη δική μου πλευρά, ως πρόεδρος του Eurogroup, αυτό το οποίο έκανα είναι ότι ακολουθώντας και τη γνώμη αρκετών συναδέλφων μου, αποφασίσαμε να φέρουμε αυτά τα ζητήματα στις συζητήσεις των Υπουργών Οικονομικών, όχι μόνο των Υπουργών Ενέργειας. Γιατί, οι επιπτώσεις σε κάθε ελληνικό νοικοκυριό, σε κάθε ευρωπαϊκό νοικοκυριό θα πω ευρύτερα είναι πάρα πολύ σημαντικές, λόγω των αυξημένων τιμών και άμεσα και έμμεσα. Άρα, αυτά είναι ζητήματα που πρέπει όχι μόνο να μας απασχολούν, αλλά να δίνουμε απαντήσεις, να έχουμε κοινή κατανόηση σε σχέση με το τι πρέπει να γίνει και σε ποιο χρονοδιάγραμμα».
Για την Άμυνα:
«Μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, όλοι αποδεχόμαστε ότι η Άμυνα είναι ένα κοινό ευρωπαϊκό αγαθό κι αυτό σημαίνει ότι αθροίζουμε δυνατότητες σε ευρωπαϊκό επίπεδο και όχι μόνο σε επίπεδο κρατών-μελών.
Ξεκινήσαμε να το κάνουμε αυτό; Έχουμε ξεκινήσει να κάνουμε κάποια σημαντικά πρώτα βήματα. Ένα σημαντικό πρώτο βήμα είναι η ενεργοποίηση της ρήτρας διαφυγής για την Άμυνα. Ήμασταν από τις πρώτες χώρες, το υπέγραψα κι εγώ ως Υπουργός Οικονομικών της Ελλάδας, που ζήτησα να ενεργοποιηθεί η ρήτρα για την δικιά μας περίπτωση. Να αφήσει, δηλαδή, χώρο για περαιτέρω επενδύσεις στην Άμυνα.
Λόγω της δικής μας γεωπολιτικής συνθήκης, εμείς, είμαστε μία χώρα που παραδοσιακά είχαμε μεγαλύτερη συνεισφορά σε ότι αφορά τον αμυντικό μας Προϋπολογισμό σε σχέση με τις άλλες χώρες της Ευρώπης. Παρόλα αυτά, αυτός είναι ένας τομέας που μπορούμε να κάνουμε πολλά περισσότερα, αν ενώσουμε δυνάμεις.
Χρησιμοποιώ προσωπικά ως παράδειγμα, το τι κάνει η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Διαστήματος για θέματα που αφορούν κοινές προμήθειες για δορυφόρους και άλλα αντίστοιχα εργαλεία για να μας διδάξει το τι θα μπορούσαμε να κάνουμε και για συγκεκριμένες τεχνολογίες στο χώρο της Άμυνας.
Νομίζω ότι σίγουρα μπορούν να γίνουν περισσότερα με μεγαλύτερο και καλύτερο συντονισμό κι αυτό είναι κάτι, όπως ξέρετε πολύ καλά, που κι ο Έλληνας Πρωθυπουργός, ο κ. Κ. Μητσοτάκης, ενδιαφέρεται να το προωθήσει. Αναφέρατε, την κοινή του πρωτοβουλία με τον Πρωθυπουργό της Πολωνίας και γενικώς εκτιμώ ότι σε αυτόν το χώρο θα κάνουμε πολλά περισσότερα ως Ευρωπαίοι πολίτες το επόμενο διάστημα».
Για την εισφορά από εταιρείες που έχουν υπερκέρδη:
«Νομίζω ότι, δεδομένων των ευαισθησιών και των διαφορετικών προσεγγίσεων που έχουν εκφραστεί από τα 21 κράτη-μέλη της ευρωζώνης και τα 27 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή τηρεί μια ισορροπημένη στάση.
Και ως Πρόεδρος του Eurogroup, οφείλω να αποτυπώνω μια θέση που να εκφράζει το σύνολο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόταση που έχει προωθήσει η Επιτροπή, μετά και την επιστολή ορισμένων Υπουργών Οικονομικών για τα υπερκέρδη των ενεργειακών εταιρειών, είναι σαφής: η σχετική δυνατότητα υπάρχει, αλλά σε εθνική βάση.
Πρόκειται για μια κυρίαρχη επιλογή που ανήκει στα ίδια τα κράτη-μέλη.
Άλλωστε, πρόκειται για μια πρακτική που εφαρμόστηκε το 2022 σε ορισμένα κράτη-μέλη, και υπάρχει ήδη σχετική εμπειρία. Επιτρέπεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά υλοποιείται σε εθνικό.
Αυτή είναι, θα έλεγα, η κατεύθυνση που έχει διαμορφώσει η Επιτροπή μέχρι στιγμής, και είναι μια προσέγγιση με την οποία συμφωνώ.
Διότι στην εξίσωση αυτή πρέπει να λάβουμε υπόψη και κρίσιμες παραμέτρους που σχετίζονται με τις εφοδιαστικές αλυσίδες και τις αδυναμίες στην πλευρά της προσφοράς.
Και εδώ χρειάζεται να βλέπουμε τη συνολική εικόνα. Όπως ανέφερα και πριν, συχνά υπερδραματοποιούμε το παρόν και υποτιμούμε το μέλλον.
Οφείλουμε να διαμορφώσουμε τα κατάλληλα κίνητρα για το ενεργειακό μας σύστημα συνολικά, ώστε να ενισχύσουμε την ενεργειακή μας κυριαρχία.
Το βασικό ερώτημα είναι: ποιες βραχυπρόθεσμες αποφάσεις δεν υπονομεύουν τους μακροπρόθεσμους στόχους;
Και επιτρέψτε μου να το συνδέσω με την προηγούμενη συζήτηση. Ακούστηκε ότι η διαφοροποίηση ήταν λάθος, κάτι με το οποίο διαφωνώ.
Οι αποφάσεις που ελήφθησαν τη δεκαετία του 1970 είχαν επιπτώσεις που διαρκούν μέχρι σήμερα. Μετά την πετρελαϊκή κρίση δημιουργήθηκε ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας, ξεκίνησαν οι έρευνες στη Βόρεια Θάλασσα, ανακαλύφθηκαν νέοι ενεργειακοί πόροι, ενώ η πυρηνική ενέργεια, ιδίως στη Γαλλία, αναπτύχθηκε σημαντικά.
Ορισμένες επιλογές αποδείχθηκαν θετικές, άλλες λιγότερο. Όλες, όμως, άφησαν αποτύπωμα που φτάνει μέχρι σήμερα.
Γι’ αυτό και η βασική αρχή είναι ότι η βραχυπρόθεσμη αντίδραση πρέπει να ευθυγραμμίζεται με τη μακροπρόθεσμη στρατηγική.
Άρα, σε κάθε τέτοια συζήτηση, το σημείο εκκίνησης είναι ένα: τι θέλουμε συνολικά για την Ευρώπη; Η διαφοροποίηση είναι μία παράμετρος. Η τεχνολογική καινοτομία στην ενέργεια είναι μια δεύτερη. Η ενιαία ενεργειακή αγορά είναι μια τρίτη.
Αν θέλουμε όλα αυτά, σε συνδυασμό με περισσότερες επενδύσεις, τότε πρέπει να ξεκινήσουμε από τον στόχο και να δούμε ποιες πολιτικές τον υπηρετούν.
Σε αυτή τη φάση, το να παραμένουν αυτές οι αποφάσεις στην εθνική αρμοδιότητα, όπως προτείνει η Επιτροπή, είναι μια επιλογή με σαφή λογική».
Για τις ανατιμήσεις και τα αιτήματα εργαζομένων σε όλη την ΕΕ:
«Εγώ θα πω ότι όταν ακούω πολλά από αυτά τα πράγματα θυμάμαι εκείνο το ρητό το οποίο λέει ότι ο «δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με τις καλύτερες των προθέσεων». Θα πω, επίσης, ότι είμαι μέλος μιας γενιάς η οποία βίωσε τι σημαίνει να υλοποιούνται πολιτικές οι οποίες μετά δεν υποστηρίζονται οικονομικά στην πράξη. Βιώσαμε τρεις χρεοκοπίες στην Ελλάδα, όχι μία. Νομίζω ότι είναι απόλυτο καθήκον της γενιάς στην οποία ανήκω να μην το επαναλάβει και ο τρόπος για να μην το επαναλάβει είναι να κινείται εντός συγκεκριμένου πλαισίου. Πλαίσιο το οποίο είναι κοινά αποδεκτό με τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς, με τους Ευρωπαϊκούς κανόνες στηρίζοντας πραγματικά εκείνους που το έχουν περισσότερο ανάγκη. Εάν δει κανείς ποια είναι η συζήτηση αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, νομίζω ότι είναι μια πάρα πολύ σπουδαία κατάκτηση ότι μειώνουμε το χρέος μας, ότι δεν περνάμε τον λογαριασμό στην επόμενη γενιά, ότι είμαστε έτοιμοι να αποκτήσουμε – μιας και αναφερθήκατε στον κόσμο της εργασίας – το ποσοστό της χαμηλότερης ανεργίας στην ιστορία μας, είμαστε πάρα πολύ κοντά στο να έχουμε τη χαμηλότερη ανεργία στην ιστορία μας και να έχουμε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Σε καμία περίπτωση δεν θα σας ισχυριστώ ότι με κάποιον μαγικό τρόπο όλα τα προβλήματα στην Ελλάδα έχουν λυθεί, σε καμία χώρα δεν έχουν λυθεί, είναι αρκετές χώρες εδώ παρούσες που μπορούν να το επιβεβαιώσουν. Αυτό το οποίο κοιτά η κάθε χώρα είναι εάν είναι σε μία σωστή τροχιά επίλυσης προβλημάτων, δηλαδή, εάν κάθε μήνα, κάθε εβδομάδα, κάθε χρόνο τα πράγματα είναι καλύτερα από την προηγούμενη χρονιά. Με δεδομένο και το τι συμβαίνει στον κόσμο, γιατί πολλές χώρες είναι κυριολεκτικά «νησιά», αλλά μεταφορικά δεν είναι καμία. Όλοι είμαστε σε πλήρη διασύνδεση και αλληλεπίδραση.
Άρα, υπό αυτή την έννοια, νομίζω ότι η Ελλάδα του 2026 είναι τελείως διαφορετική από την Ελλάδα του 2019 και είναι τελείως διαφορετική σε πάρα πολλές πτυχές, όπως τα ίδια τα οικονομικά στοιχεία αποτυπώνουν. Εμείς θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε όλους εκείνους οι οποίοι το έχουν περισσότερο ανάγκη με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, με τον πιο στοχευμένο τρόπο, αλλά πάντα εντός των δυνατοτήτων μας. Αυτό με βάση το ελληνικό μου «καπέλο» ως Έλληνας Υπουργός Οικονομικών παρά το γεγονός ότι σήμερα έχω έρθει με το άλλο «καπέλο» του Προέδρου του Eurogroup».